210-4536144
Είσοδος / Εγγραφή   Γλώσσα:  


Ο μύθος της πρωτεΐνης στη διατροφή: τι ισχύει;

Όσοι ακολουθείτε τη χορτοφαγία, το vegan πρότυπο ζωής και διατροφής ή την plant-based διατροφή, θα έχετε αντιληφθεί συχνά την αγωνία πολλών –ίσως και τη δική σας- για το θέμα της πρωτεΐνης στη διατροφή. Προσωπικά, έχει χρειαστεί να απαντήσω πολλάκις στην ερώτηση αυτή, ως Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, τόσο σε ανθρώπους που επιθυμούν να μπουν στο δρόμο της αποχής από το κρέας ή/και τα ζωικά ή που απέχουν από αυτόν και διατηρούν την αντίληψη ότι η μόνη σωστή πρωτεΐνη προέρχεται από τροφές ζωικής προέλευσης. Κάποιοι πείθονται ότι ο δρόμος για την πρωτεΐνη δεν είναι μόνο αυτός που οδηγεί προς το κρέας, τα αυγά και τα γαλακτοκομικά. Άλλοι, πάλι, παραμένουν σκεπτικιστές. Οι έρευνες, όμως, οι επιστήμες, τα βιβλία έχουν πολλά να πουν πάνω στο θέμα και να διαφωτίσουν όσους δεν μπορούν να φανταστούν τη ζωή και τη διατροφή χωρίς πρωτεΐνη ζωικής προέλευσης. Σήμερα θα σας μιλήσω για ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο που διάβασα πρόσφατα, που αποδεικνύει με τον πιο απλό τρόπο ότι αυτό που παίζει ρόλο είναι τελικά η συγκέντρωση αμινοξέων στον οργανισμό και η επάρκεια θερμίδων κι όχι η πρωτεΐνη ως πρωτεΐνη και μάλιστα μέσω της ανθρωπολογίας.

Το βιβλίο είναι το Cultural Anthropology: A Contemporary Perspective από τους Roger M.Keesing και Andrew J. Strathern, το οποίο αποτελεί μια πιο ραφιναρισμένη σύνθεση κοινωνικής και πολιτισμικής ανθρωπολογίας. Στο βιβλίο εξετάζεται, μεταξύ άλλων, και από ανθρωπολογικής άποψης το μοντέλο διατροφής κάποιων φυλών στον πλανήτη σχετικά με την πρωτεΐνη. Για να δούμε τι συμβαίνει, λοιπόν, με αυτές τις φυλές και πώς μας βοηθούν να καταλήξουμε σε συμπεράσματα;  

Η ανάγκη για πρωτεΐνη
Θα ξεκινήσουμε με την υπόθεση ότι η πρόσληψη υψηλής πρωτεΐνης για καλή υγεία και δυναμική στο σώμα μας τίθεται σοβαρά υπό αμφισβήτηση στο πλαίσιο διατροφικών μελετών τα τελευταία χρόνια, με πολλούς ειδικούς να αναφέρουν ότι είμαστε θύματα του «μύθου της πρωτεΐνης». Αυτός ο «μύθος» είναι αυτός ακριβώς που μας έχει ωθήσει στο να υπερβάλλουμε στην κατανάλωση πρωτεΐνης και μάλιστα από ζωικές πηγές, καθώς αυτές θεωρούνται ως υψηλής βιολογικής αξίας. Κάτι που αν ίσχυε, τίθεται το θέμα του αν φυλές του Τρίτου Κόσμου, που δεν καταναλώνουν ζωική πρωτεΐνη, υποφέρουν ή πεθαίνουν από έλλειψή της. Συμβαίνει, όμως, κάτι τέτοιο και αν ναι, σε ποιες περιπτώσεις;

Ένα κύριο μέλημα της παροχής βοήθειας στον Τρίτο Κόσμο ήταν πάντα η εξασφάλιση της απαραίτητης πρωτεΐνης, ώστε να ελαχιστοποιηθεί η έλλειψή της που θεωρούνταν ότι επηρεάζει τους φτωχούς. Οι έρευνες, όμως, δείχνουν τρία πράγματα:
Πρώτον, κανένας πληθυσμός στον πλανήτη δεν παρουσιάζει επίπεδα πρόσληψης πρωτεΐνης χαμηλότερα από αυτά που θεωρούνται επαρκή –τα οποία παρεμπιπτόντως φαίνεται πως είναι πολύ πιο χαμηλά από αυτά που πιστεύουν οι ειδικοί. Οι άνθρωποι εξελίχθηκαν ως παμφάγα όντα και φαίνεται ότι μπορούν να επιζήσουν με πολύ υψηλά, αλλά και πολύ χαμηλά επίπεδα πρωτεΐνης. Η πρωτεΐνη αυτή μπορεί να έχει είτε ζωική, είτε φυτική προέλευση, αρκεί να καλύπτεται ένα φάσμα απαραίτητων αμινοξέων. Συγκεκριμένα, ευρήματα δείχνουν ότι αν από μια διατροφή λαμβάνουμε το 5% των θερμίδων από καλής ποιότητας πρωτεΐνη, όπως από ένα αυγό, οι ανάγκες για πρωτεΐνη θα καλυφθούν ανεξαρτήτως αν πρόκειται για παιδί προσχολικής ηλικίας ή ενήλικα, αρκεί να καλύπτονται οι ενεργειακές ανάγκες του. Σχετικά με την ενέργεια, ένα παιδί χρειάζεται περισσότερη πρωτεΐνη από έναν ενήλικα, αλλά ακόμη και το γάλα της μητέρας περιέχει μόλις 5-6% των θερμίδων του σε πρωτεΐνη (υπενθυμίζουμε ότι η βρεφική ηλικία είναι η μοναδική περίοδος που το σώμα μας διπλασιάζει το βάρος του και μπορεί να γίνει μόνο με μητρικό γάλα).
Δεύτερον, ο υποσιτισμός και οι ασθένειες λόγω έλλειψης πρωτεΐνης, όπως το Kwashiorkor, δεν είναι μύθος. Ο σημαντικός παράγοντας, όμως, εδώ φαίνεται πως δεν είναι απόλυτα τόσο η έλλειψη πρωτεΐνης, όσο η ανεπαρκής κατανάλωση θερμίδων. Αν η διατροφή μας, δηλαδή, δεν μας παρέχει την ενέργεια που χρειαζόμαστε για να συνθέσουμε και να διατηρήσουμε την πρωτεΐνη, τότε θα τη χάσουμε. Όταν ο οργανισμός μας επεξεργάζεται την πρωτεΐνη, απαιτεί αρκετή ενέργεια. Ένας άνθρωπος που υποσιτίζεται δεν μπορεί να επεξεργαστεί την πρωτεΐνη και οδηγείται σε έλλειψή της, ακόμη κι αν καταναλώνει την απαραίτητη ποσότητα καθημερινά.
Τρίτον, φαίνεται πως η φυτικής προέλευσης πρωτεΐνη είναι επαρκής για τις ανάγκες ενός ανθρώπου, αν υπάρχει γενική θρεπτική επάρκεια κι εδώ φαίνεται ότι οι δυτικές προκαταλήψεις υπέρ της ζωικής πρωτεΐνης μάλλον είναι παραπλανητικές. Και η ίδια μας η βιολογία, όμως, φαίνεται να μας παραπλανεί. Υπάρχουν αποδείξεις σε περιοχές όπως η Μελανησία, όπου η διατροφή των ανθρώπων επικεντρώνεται σε αμυλώδη λαχανικά ρίζας και σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα είναι πολύ χαμηλή σε πρωτεΐνη, οι άνθρωποι έχουν επιζήσει για εκατοντάδες γενιές και έχουν προσαρμοστεί στην φυτική πρωτεΐνη. Ο Watson (1977), για παράδειγμα, αναλύοντας την πιθανή έλλειψη πρωτεΐνης στα highlands της Νέας Γουινέας, αναφέρεται σε μελέτη του Oomen (1970) που υποδεικνύει ότι η βιολογική προσαρμογή σε κάποιους ντόπιους, τους επιτρέπει να επιβιώνουν με πολύ χαμηλότερη πρόσληψη πρωτεΐνης από αυτή που θεωρείται κατάλληλη για έναν ενήλικα. (Watson 1977:62).

Ο Oomen στρέφει την προσοχή στην υγεία, την ανάπτυξη και την ενεργητικότητα των συμμετεχόντων της μελέτης, επιλέγοντάς τους από έναν συνολικά ακμαίο πληθυσμό. Με βάση τις μετρήσεις αζώτου πρόσληψης και απέκκρισης, συμπεραίνει ότι οι ντόπιοι μπορεί να παρουσιάζουν ειδική εντερική χλωρίδα που τους ωφελεί κι έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει μεγάλες ποσότητες αμυλωδών τροφών. (Watson 1977:63).

Το βιβλίο αναφέρει, μάλιστα, και την περίπτωση του κανιβαλισμού των Αζτέκων. Αν και η ζωική πρωτεΐνη φαίνεται να αποτελεί περιοριστικό παράγοντα στον Αμαζόνιο ανάμεσα κυνηγετικές φυλές που καλλιεργούν αμυλώδη λαχανικά, η υπόθεση «έλλειψης πρωτεΐνης» δεν μπορεί να μεταφερθεί άμεσα και στην περίπτωση των Αζτέκων.

Στην Κοιλάδα του Μεξικού, η πηγή υδατανθράκων ήταν και παραμένει το καλαμπόκι, το οποίο καταναλώνεται τακτικά με φασόλια και εδώ φαίνεται ότι η κύρια πηγή θερμίδων είναι και η κύρια πηγή πρωτεΐνης. Η συμπλήρωση πρωτεΐνης από ζωικές πηγές συμπληρώνεται μόνο περιστασιακά.  

Κάποιοι ειδικοί βλέπουν τον κανιβαλισμό ως υποπροϊόν επεκτατικού πολέμου, γι’ αυτό και του δίνουν οικολογική ερμηνεία. Για την περίπτωση του Αμαζονίου, κάποιοι παραμένουν πεπεισμένοι ότι η υπόθεση έλλειψης πρωτεΐνης είναι εύστοχη: το μέγεθος των πληθυσμών, η διανομή ολόκληρων αποικιών, ο ανταγωνισμός μέσα και ανάμεσα στις φυλές και τις ομάδες, όλα δείχνουν κοντινή και ισχυρή διασύνδεση με την ποιότητα και τον διαμοιρασμό πηγών άγριας πρωτεΐνης (Price 1978:99).

Παρ’ όλ’ αυτά, αποδείξεις εγείρουν αμφιβολίες στην επάρκεια συγκριτικών μελετών πάνω στη διασύνδεση μεταξύ ζωικής πρωτεΐνης και της κοινωνικής οργάνωσης του Αμαζονίου από τους Siskind (1973), Gross (1975), Ross (1978) και Ferguson (1989). Μια προσεκτική μελέτη κατανάλωσης πρωτεΐνης ανάμεσα στους Yanomamö (περίπου 35 χιλιάδες ιθαγενείς που ζουν σε 200-250 χωριά του Αμαζονίου στα σύνορα Βενεζουέλας και Βραζιλίας), των οποίων το υψηλό επίπεδο διαμάχης μεταξύ των ομάδων θεωρείται ότι αντικατοπτρίζει ανταγωνισμό για την σπάνια ζωική πρωτεΐνη, δείχνει ότι η κατανάλωση πρωτεΐνης των Yanomamö είναι υψηλή, πολύ υψηλότερη από τα οριοθετημένα επίπεδα επάρκειας για τον άνθρωπο. Αυτή η πρόσληψη πρωτεΐνης θα τους έθετε στο ίδιο επίπεδο με άλλους εθνικούς πληθυσμούς από τις πιο ανεπτυγμένες χώρες του πλανήτη. Από την γενική υπόθεση επιστημόνων για τη σχέση μεταξύ διαθεσιμότητας πρωτεΐνης και πολεμικών πρακτικών φαίνεται ότι οι Yanomamö θα έπρεπε να ήταν φυλή ειρηνική και με μικρή πιθανότητα να εμπλακεί σε διαμάχες.

Παρόμοιες πληροφορίες προκύπτουν και από λεπτομερείς μελέτες άλλες περιοχές των Yanomamö (Lizot 1978). Η εικόνα της φυλής όπως προκύπτει από βιοϊατρικές μελέτες, όμως, ότι δηλαδή είναι σε καλή φυσική κατάσταση, τρέφονται σωστά με βάση τα παγκόσμια στάνταρ και δεν φανερώνουν σημάδια έλλειψης πρωτεΐνης, έρχεται σε αντίθεση με την περιγραφή του ανθρωπολόγου Marvin Harris που περιγράφει τη φυλή ως ανθρώπους που «έφαγαν» το δάσος, όχι τα δέντρα, αλλά τα ζώα του, και υποφέρουν από τις συνέπειες αυτού, που είναι η αυξημένη πολεμική διάθεση, η απιστία, η βρεφοκτονία και η βίαιη σεξουαλική ζωή.

Χωρίς, όμως να εμβαθύνουμε άλλο στην ανθρωπολογική διάσταση του θέματος, αυτό που πρέπει να κρατήσουμε από αυτή την ανάλυση του πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου είναι ότι αυτό που τελικά έχει σημασία είναι η συγκέντρωση αμινοξέων κι όχι η πρωτεΐνη ως πρωτεΐνη. Μόνο σε περιπτώσεις ασιτίας, με περιορισμένη πρόσβαση σε θερμίδες βλέπουμε ότι παρουσιάζεται το θέμα έλλειψης καθώς τότε ο οργανισμός δεν μπορεί να επεξεργαστεί την πρωτεΐνη και οδηγείται σε έλλειψή της. Φροντίστε, λοιπόν, η διατροφή σας να είναι πλήρης, ισορροπημένη και θερμιδικά επαρκής, αντί να δίνετε βάση μεμονωμένα στην πρωτεΐνη και μην αγχώνεστε αν απέχετε από τα ζωικά. Η πρωτεΐνη φυτικής προέλευσης σας καλύπτει πλήρως στο πλαίσιο μιας ισορροπημένης διατροφής με θερμιδική επάρκεια, κάτι που όπως βλέπετε αποδεικνύεται και ανθρωπολογικά.

 








   Pin it
Instagram